μαρούλι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μαρούλι μαρούλια
γενική μαρουλιού μαρουλιών
αιτιατική μαρούλι μαρούλια
κλητική μαρούλι μαρούλια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μαρούλι < μεσαιωνική ελληνική μαρούλιν < ελληνιστική κοινή μαρούλιον < λατινική *amarulus < amarus

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ma.ˈɾu.li/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ένα μαρούλι

μαρούλι ουδέτερο

  1. ετήσιο, ποώδες λαχανικό γρήγορης ανάπτυξης - είδος:Λακτούκα η ήμερη (Lactuca sativa), της οικογένειας Σύνθετα (Compositae)
  2. σαλάτα από το παραπάνω λαχανικό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]