sałata

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική sałata sałaty
γενική sałaty sałat
δοτική sałacie sałatom
αιτιατική sałatę sałaty
οργανική sałatą sałatami
τοπική sałacie sałatach
κλητική sałato sałaty

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

sałata 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

sałata (pl) θηλυκό