θριδακίνη

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική θριδακίνη θριδακίνα θριδακῖναι
Γενική θριδακίνης θριδακίναιν θριδακινῶν
Δοτική θριδακίν θριδακίναιν θριδακίναις
Αιτιατική θριδακίνην θριδακίνα θριδακίνας
Κλητική θριδακίνη θριδακίνα θριδακῖναι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

θριδακίνη < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

θριδακίνη (θρῐδᾰκῑν-) θηλυκό

  1. αττικός τύπος του θρίδαξ
  2. μαρούλι
  3. είδος ζυμαρικού

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]