θριδακίνη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική θριδακίνη θριδακίνα θριδακῖναι
Γενική θριδακίνης θριδακίναιν θριδακινῶν
Δοτική θριδακίν θριδακίναιν θριδακίναις
Αιτιατική θριδακίνην θριδακίνα θριδακίνας
Κλητική θριδακίνη θριδακίνα θριδακῖναι

Ετυμολογία [επεξεργασία]

θριδακίνη < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

θριδακίνη (θρῐδᾰκῑν-) θηλυκό

  1. αττικός τύπος του θρίδαξ
  2. μαρούλι
  3. είδος ζυμαρικού

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]