ζυμαρικό

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ζυμαρικό ζυμαρικά
γενική ζυμαρικού ζυμαρικών
αιτιατική ζυμαρικό ζυμαρικά
κλητική ζυμαρικό ζυμαρικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ζυμαρικό < ζυμάρι + -ικό

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ζυμαρικό ουδέτερο

  1. γενική ονομασία για τρόφιμα από ζυμάρι που παρασκευάζεται από σιμιγδάλι, νερό και άλλα υλικά, κόβεται σε διάφορα σχήματα και αποξηραίνεται

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]