pâte

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : pate, paté, páté, pâté, patě, Pate

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
pâte pâtes

pâte (fr) θηλυκό

  1. ζύμη
  2. πάστα, (στον πληθυντικό) ζυμαρικά, μακαρόνια,
    pâtes à la bolognaise: μακαρόνια μπολονέζ