pâte

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: pate, paté, páté, pâté, patě, Pate

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
pâte pâtes

pâte (fr) θηλυκό

  1. η ζύμη
  2. η πάστα, (στον πληθυντικό) τα ζυμαρικά, τα μακαρόνια,
    pâtes à la bolognaise: μακαρόνια μπολονέζ
  3. το φύραμα