ξινός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ξινός ξινή ξινό
γενική ξινού ξινής ξινού
αιτιατική ξινό ξινή ξινό
κλητική ξινέ ξινή ξινό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ξινοί ξινές ξινά
γενική ξινών ξινών ξινών
αιτιατική ξινούς ξινές ξινά
κλητική ξινοί ξινές ξινά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξινός < μεσαιωνική ελληνική ξινός < αρχαία ελληνική ὄξος < ὀξύς < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *h₂ḱrós (κοφτερός, οξύς)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ksi.ˈnɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ξινός, ,

  1. που έχει γεύση όξινη, καθώς περιέχει (συνήθως) οξικό οξύ
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: στυφός
  2. (για φρούτα) που δεν έχει ωριμάσει
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: άγουρος
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: γινωμένος, ώριμος
  3. που έχει αλλοιωθεί και ξινίζει
  4. (μεταφορικά) άνθρωπος που όλα τον ενοχλούν
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: δύστροπος, στρυφνός
  5. (ουσιαστικοποιημένο) ξινό
    1. η γεύση και η επίγευση του ξινού
    2. το κιτρικό οξύ
  6. (ουσιαστικοποιημένο) ξινά:
    1. (οικείο) τα εσπεριδοειδή φρούτα
    2. ερωτικά τερτίπια και απολαύσεις (συνήθως παράνομα και ασυνήθιστα)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • μου βγήκε ξινό: κάτι που αρχικά ήταν ευχάριστο, αλλά είχε άσχημη κατάληξη
  • περσινά ξινά σταφύλια: κάτι που έχει παρέλθει κι έχει ξεχαστεί

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]