Μετάβαση στο περιεχόμενο

ξινός

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ξινός η ξινή το ξινό
      γενική του ξινού της ξινής του ξινού
    αιτιατική τον ξινό την ξινή το ξινό
     κλητική ξινέ ξινή ξινό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ξινοί οι ξινές τα ξινά
      γενική των ξινών των ξινών των ξινών
    αιτιατική τους ξινούς τις ξινές τα ξινά
     κλητική ξινοί ξινές ξινά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ξινός < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ξινός < ελληνιστική κοινή ὄξινος < ελληνιστική κοινή ὄξος

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ksiˈnos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ξινός

Επίθετο

[επεξεργασία]

ξινός, ,

  1. που έχει γεύση όξινη, καθώς περιέχει (συνήθως) οξικό οξύ
     συνώνυμα: στυφός
  2. (για φρούτα) που δεν έχει ωριμάσει
     συνώνυμα: άγουρος
     αντώνυμα: γινωμένος, ώριμος
  3. που έχει αλλοιωθεί και ξινίζει
  4. (μεταφορικά) άνθρωπος που όλα τον ενοχλούν
      Την ξέρω καλέ την Ξενοδίκη. Εμείς με τις φίλες μου, άμα τη δούμε στο δρόμο, Ξινοδίκη τη λέμε αναμεταξύ μας, μια ξινή είναι, μια ψηλομύτα, που περνιέται για πολύ σπουδαία, μια ξιπασμένη που μόνο τα λούσα τη νοιάζουν, που γυρνάει πασαλειμμένη με μπόλικο κοκκινάδι για να κάνει πιο κόκκινο το χρώμα των χειλιών της, που επειδή έχει πλούσιο άντρα νομίζει πως είναι και κάποια. (Σάκης Σερέφας, Τα μυστικά της Αθήνας – Τι λες κι εσύ, κυρ Σωκράτη;, εκδ. Πατάκη, 2024, σελ. 25)
     συνώνυμα: δύστροπος, στρυφνός
  5. (ουσιαστικοποιημένο)  δείτε τη λέξη ξινό
  6. (ουσιαστικοποιημένο)  δείτε τη λέξη ξινά

Άλλες γραφές

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

 δείτε τις λέξεις ξίδι, όξος και οξύς

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]

ξινός

Άλλες γραφές

[επεξεργασία]