ξινός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | ξινός | η | ξινή | το | ξινό |
| γενική | του | ξινού | της | ξινής | του | ξινού |
| αιτιατική | τον | ξινό | την | ξινή | το | ξινό |
| κλητική | ξινέ | ξινή | ξινό | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | ξινοί | οι | ξινές | τα | ξινά |
| γενική | των | ξινών | των | ξινών | των | ξινών |
| αιτιατική | τους | ξινούς | τις | ξινές | τα | ξινά |
| κλητική | ξινοί | ξινές | ξινά | |||
| Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ksiˈnos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ξι‐νός
Επίθετο
[επεξεργασία]ξινός, -ή, -ό
- που έχει γεύση όξινη, καθώς περιέχει (συνήθως) οξικό οξύ
- (για φρούτα) που δεν έχει ωριμάσει
- που έχει αλλοιωθεί και ξινίζει
- (μεταφορικά) άνθρωπος που όλα τον ενοχλούν
- ※ Την ξέρω καλέ την Ξενοδίκη. Εμείς με τις φίλες μου, άμα τη δούμε στο δρόμο, Ξινοδίκη τη λέμε αναμεταξύ μας, μια ξινή είναι, μια ψηλομύτα, που περνιέται για πολύ σπουδαία, μια ξιπασμένη που μόνο τα λούσα τη νοιάζουν, που γυρνάει πασαλειμμένη με μπόλικο κοκκινάδι για να κάνει πιο κόκκινο το χρώμα των χειλιών της, που επειδή έχει πλούσιο άντρα νομίζει πως είναι και κάποια. (Σάκης Σερέφας, Τα μυστικά της Αθήνας – Τι λες κι εσύ, κυρ Σωκράτη;, εκδ. Πατάκη, 2024, σελ. 25)
- ≈ συνώνυμα: δύστροπος, στρυφνός
- (ουσιαστικοποιημένο) → δείτε τη λέξη ξινό
- (ουσιαστικοποιημένο) → δείτε τη λέξη ξινά
Άλλες γραφές
[επεξεργασία]- ξυνός (παρωχημένη)
Εκφράσεις
[επεξεργασία]- μου βγήκε ξινό: κάτι που αρχικά ήταν ευχάριστο, αλλά είχε άσχημη κατάληξη
- περσινά ξινά σταφύλια: κάτι που έχει παρέλθει κι έχει ξεχαστεί
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ξινός
|
Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]ξινός
- άλλη μορφή του ὄξινος
Άλλες γραφές
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Μεσαιωνικά ελληνικά
- Επίθετα (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)