ξινίλα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | ξινίλα | οι | ξινίλες |
| γενική | της | ξινίλας | — | |
| αιτιατική | την | ξινίλα | τις | ξινίλες |
| κλητική | ξινίλα | ξινίλες | ||
| Η γενική πληθυντικού σε -ών δε συνηθίζεται. | ||||
| Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ξινίλα θηλυκό
- δυσάρεστη μυρωδιά ξινού
- (συνήθως στον πληθυντικό: ξινίλες) δυσάρεστη γεύση ξινού που ανεβαίνει από το στομάχι στο στόμα
Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη ξινός