ξίδι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ξίδι ξίδια
γενική ξιδιού ξιδιών
αιτιατική ξίδι ξίδια
κλητική ξίδι ξίδια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξίδι < μεσαιωνική ελληνική ξίδι < οξίδιν < ελληνιστική κοινή ὀξίδιον < αρχαία ελληνική ὄξος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈksi.ði/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ξίδι ουδέτερο

  1. σκουρόχρωμο ξινό υγρό, που παρασκευάζεται συνήθως από κρασί, ή από άλλο προϊόν που περιέχει οξικό οξύ, και χρησιμοποιείται για να δίνει γεύση στο φαγητό ή σαν συντηρητικό τροφίμων
    ξίδι από κόκκινο κρασί
  2. (οικείο) (μεταφορικά) οινοπνευματώδες ποτό
    πολλά ξίδια πίνεις
  3. χαρακτηρισμός ξινισμένου κρασιού

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • ας πιει ξίδι (να του περάσει): έκφραση που λέγεται για κάποιον που έχει θυμώσει και αδιαφορούμε για το θυμό του
  • τζάμπα ξίδι, γλυκό σαν μέλι
  • τρεις το λάδι, τρεις το ξίδι κι έξι το λαδόξιδο
  • του ΄γινε το μέλι ξίδι : έκφραση αποτυχίας (συνήθως όταν η αποτυχία αυτή χειροτερεύει την πρόσφατη κατάσταση)

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]