edik

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ισλανδικά (is) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

edik (is) ουδέτερο