Μετάβαση στο περιεχόμενο

kis

Από Βικιλεξικό

Ουγγρικά (hu)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]

kis (hu)

Σλοβενικά (sl)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

kis (sl)

Φινλανδικά (fi)

[επεξεργασία]

Επιφώνημα

[επεξεργασία]

kis (fi)

  • τρόπος καλέσματος για γάτες, συνήθως επαναληπτικά, λ.χ. kis kis, αντίστοιχο με το ψιψί