σκυθρωπός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- σκυθρωπός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σκυθρωπός
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /sci.θɾoˈpos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : σκυ‐θρω‐πός
Επίθετο
[επεξεργασία]σκυθρωπός, -ή, -ό
- που δεν έχει καλή ψυχική διάθεση κι αυτό φαίνεται στο πρόσωπό του
- ※ Οι άνθρωποι -αν και ικανοποιημένοι από την εκτέλεση του δολοφόνου του κυβερνήτη- δεν αποφάσιζαν να κλειστούν στα σπίτια τους. Οι έμποροι είχαν σφαλίσει τα μαγαζιά τους, οι ψαράδες γυρόφερναν ξέμπαρκοι στη στεριά, οι φουρναραίοι δεν έψηναν ψωμί, οι τσοπάνηδες δεν πουλούσαν ζώα, κρέας δεν έβρισκες στην αγορά, θαρρείς και κάτι ετοιμαζόταν. Κανείς δε μιλούσε. Όλοι περιδιάβαιναν σκυθρωποί (Λεία Βιτάλη, Η οργή των μικρών ανθρώπων, εκδ. Πατάκης, 2025)
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Αντώνυμα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] σκυθρωπός
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| γένη → | αρσενικό & θηλυκό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ/ἡ | σκυθρωπός | ἡ | σκυθρωπή | τὸ | σκυθρωπόν |
| γενική | τοῦ/τῆς | σκυθρωποῦ | τῆς | σκυθρωπῆς | τοῦ | σκυθρωποῦ |
| δοτική | τῷ/τῇ | σκυθρωπῷ | τῇ | σκυθρωπῇ | τῷ | σκυθρωπῷ |
| αιτιατική | τὸν/τὴν | σκυθρωπόν | τὴν | σκυθρωπήν | τὸ | σκυθρωπόν |
| κλητική ὦ! | σκυθρωπέ | σκυθρωπή | σκυθρωπόν | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| ονομαστική | οἱ/αἱ | σκυθρωποί | αἱ | σκυθρωπαί | τὰ | σκυθρωπᾰ́ |
| γενική | τῶν | σκυθρωπῶν | τῶν | σκυθρωπῶν | τῶν | σκυθρωπῶν |
| δοτική | τοῖς/ταῖς | σκυθρωποῖς | ταῖς | σκυθρωπαῖς | τοῖς | σκυθρωποῖς |
| αιτιατική | τοὺς/τὰς | σκυθρωπούς | τὰς | σκυθρωπᾱ́ς | τὰ | σκυθρωπᾰ́ |
| κλητική ὦ! | σκυθρωποί | σκυθρωπαί | σκυθρωπᾰ́ | |||
| δυϊκός | ||||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | σκυθρωπώ | τὼ | σκυθρωπᾱ́ | τὼ | σκυθρωπώ |
| γεν-δοτ | τοῖν | σκυθρωποῖν | τοῖν | σκυθρωπαῖν | τοῖν | σκυθρωποῖν |
| Ο τύπος του θηλυκού σε -ός, περισσότερο συνηθισμένος. | ||||||
| 2η&1η κλίση, Κατηγορία 'κολοβός' όπως «κολοβός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- σκυθρωπός < + -ωπός → λείπει η ετυμολογία
Πηγές
[επεξεργασία]- σκυθρωπός - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- σκυθρωπός - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Επίθετα με κλίση 'κολοβός' (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα 2ης&1ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'κολοβός' (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις οξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ωπός (αρχαία ελληνικά)
- Ελλείπουσες ετυμολογίες (αρχαία ελληνικά)
- Ζητούμενα λήμματα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)