Μετάβαση στο περιεχόμενο

σκυθρωπιάζω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
σκυθρωπιάζω < σκυθρωπός + -ιάζω

σκυθρωπιάζω

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]