δριμύς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική δριμύς δριμεία δριμύ
γενική δριμύ
δριμέος
δριμείας δριμέος
δριμύ
αιτιατική δριμύ δριμεία δριμύ
κλητική δριμύ δριμεία δριμύ
πτώση πληθυντικός
ονομαστική δριμείς δριμείες δριμέα
γενική δριμέων δριμειών δριμέων
αιτιατική δριμείς δριμείες δριμέα
κλητική δριμείς δριμείες δριμέα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

δριμύς < αρχαία ελληνική δριμύς

Επίθετο[επεξεργασία]

δριμύς, -εία, -ύ

  1. δυνατός, έντονος
  2. διαπεραστικός
  3. (μεταφορικά) έντονος, καυστικός, οξύς
    δριμεία κριτική

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]