αψύς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αψύς αψιά αψύ
γενική αψιού
αψύ
αψιάς αψιού
αιτιατική αψύ αψιά αψύ
κλητική αψύ αψιά αψύ
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αψιοί
αψείς
αψιές αψιά
γενική αψιών αψιών αψιών
αιτιατική αψιούς
αψείς
αψιές αψιά
κλητική αψιοί
αψείς
αψιές αψιά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αψύς < μεσαιωνική ελληνική ἁψύς (οξύθυμος, αμιγής) < λέξη που πλάστηκε από το αρχαίο πρόθημα ἁψι- και τη λόγια κατάληξη -ύς (ἁψίκορος, δείτε και ἅπτω)[1][2]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a'psis/

Επίθετο[επεξεργασία]

αψύς

  1. που έχει πολύ έντονη, ερεθιστική γεύση, πικάντικη ή καυτερή
  2. που είναι ευέξαπτος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. αψύς στο Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη. Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας. 
  2. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.