Μετάβαση στο περιεχόμενο

αψύς

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ἁψύς

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αψύς η αψιά το αψύ
      γενική του αψιού
& αψύ
της αψιάς του αψιού
& αψύ
    αιτιατική τον αψύ την αψιά το αψύ
     κλητική αψύ αψιά αψύ
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αψιοί
& αψείς
οι αψιές τα αψιά
      γενική των αψιών των αψιών των αψιών
    αιτιατική τους αψιούς
& αψείς
τις αψιές τα αψιά
     κλητική αψιοί
& αψείς
αψιές αψιά
Οι τύποι με γιώτα (-ιού, -ιοί, -ιά, -ιών, ...) προφέρονται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «αψύς» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αψύς < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἁψύς < με απόσπαση από αρχαία σύνθετα όπως ἁψίκορος[1] ( δείτε τη λέξη ἅπτω) κατά το σχήμα ὀξύθυμος - ὀξύς[2]

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /aˈpsis/
τυπογραφικός συλλαβισμός: αψύς

Επίθετο

[επεξεργασία]

αψύς, -ιά, -ύ

  1. (για γεύση) που έχει πολύ έντονη, ερεθιστική γεύση, πικάντικη ή καυτερή
  2. που είναι έντονος, οξύς
      Η Νίνα έφερε στο μυαλό της τα αψιά χαρακτηριστικά τρωκτικού και τη στραβοχυμένη κοψιά του τύπου, μαζί με την άμετρη μπουρδολογία και την υπερβολή των θεατρινίστικων κινήσεών του (Λίνα Βαρότση, Σήκω από πάνω μου, εκδ. Μεταίχμιο, 2023)
  3. (για χαρακτήρα) που είναι ευέξαπτος, οξύθυμος

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
  2. αψύς - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας