σφοδρός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική σφοδρός σφοδρή σφοδρό
γενική σφοδρού σφοδρής σφοδρού
αιτιατική σφοδρό σφοδρή σφοδρό
κλητική σφοδρέ σφοδρή σφοδρό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική σφοδροί σφοδρές σφοδρά
γενική σφοδρών σφοδρών σφοδρών
αιτιατική σφοδρούς σφοδρές σφοδρά
κλητική σφοδροί σφοδρές σφοδρά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σφοδρός < αρχαία ελληνική σφοδρός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

σφοδρός

  1. που χαρακτηρίζεται από μεγάλη ορμητικότητα και δύναμη, ισχυρός, βίαιος
    πνέουν σφοδροί άνεμοι, επικρατεί σφοδρή θαλασσοταραχή
  2. (μεταφορικά)
    η αντιπολίτευση εξαπέλυσε σφοδρή επίθεση κατά της κυβέρνησης
    σφοδρός έρωτας

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

σφοδρός

  1. ορμητικός, βίαιος, υπερβολικός, ασυγκράτητος
  2. (λέγεται για ανθρώπους) βίαιος, ορμητικός, παράφορος
  3. εύρωστος, δυνατός, ρωμαλέος, γερός