fierce

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /fɪə(r)s/

 Audio (US)βοήθεια, αρχείο

Επίθετο[επεξεργασία]

fierce (en)

a fierce storm battered the coast
we made a fierce attempt to escape
the lion gave a fierce roar
it was fierce cold
Q: "How was the party last night?" A: "'Fierce'!"