δίεση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δίεση διέσεις
γενική δίεσης
& διέσεως
διέσεων
αιτιατική δίεση διέσεις
κλητική δίεση διέσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δίεση < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δίεση θηλυκό

  1. (♯) μία αλλοίωση ενός φθόγγου κατά ένα ημιτόνιο προς τα πάνω
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: ύφεση
  2. διπλή δίεση (x) - η αλλοίωση ενός φθόγγου κατά έναν τόνο προς τα πάνω
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: διπλή ύφεση


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]