δίεση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η δίεση οι διέσεις
      γενική της δίεσης
& διέσεως
των διέσεων
    αιτιατική τη δίεση τις διέσεις
     κλητική δίεση διέσεις
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

δίεση < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δίεση θηλυκό

  1. (♯) μία αλλοίωση ενός φθόγγου κατά ένα ημιτόνιο προς τα πάνω
     αντώνυμα: ύφεση
  2. διπλή δίεση (x) - η αλλοίωση ενός φθόγγου κατά έναν τόνο προς τα πάνω
     αντώνυμα: διπλή ύφεση
  3. ως δίεση αναφέρεται (καταχρηστικά) και το σύμβολο # αριθμόσημο / καγκελάκι

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]