Μετάβαση στο περιεχόμενο

dièse

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
dièse dièses

dièse (fr) αρσενικό


Επίθετο

[επεξεργασία]

dièse (fr) άκλιτο