progression

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
progression progressions

progression (fr) θηλυκό

  1. η πρόοδος
  2. η αύξηση

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • δείτε τη λέξη: progrès