Μετάβαση στο περιεχόμενο

υπόσχομαι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
υπόσχομαι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ὑπόσχομαι < αρχαία ελληνική ὑπισχνοῦμαι/ὑπίσχομαι
στη δεύτερη σημασία: σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική promettre

υπόσχομαι (αποθετικό ρήμα)

  1. διαβεβαιώνω, δίνω τον λόγο μου ότι θα πραγματοποιήσω κάτι
    παράδειγμα  Υπόσχομαι ότι θα πάω στη θεία μου σήμερα.
     συνώνυμα: δεσμεύομαι, διαβεβαιώνω, εγγυώμαι, τάζω
  2. (για κάποιον ή για κάτι) που αναμένεται να εκπληρώσει τις προσδοκίες σύμφωνα με τις δυνατότητες που έχει

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]