τέχνημα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το τέχνημα τα τεχνήματα
      γενική του τεχνήματος των τεχνημάτων
    αιτιατική το τέχνημα τα τεχνήματα
     κλητική τέχνημα τεχνήματα
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τέχνημα < αρχαία ελληνική τέχνημα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τέχνημα ουδέτερο

  1. καθετί που γίνεται με τέχνη

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυικός Πληθυντικός
Ονομαστική τέχνημα τεχνήματε τεχνήματα
Γενική τεχνήματος τεχνημάτοιν τεχνημάτων
Δοτική τεχνήματι τεχνημάτοιν τεχνήμασι
Αιτιατική τέχνημα τεχνήματε τεχνήματα
Κλητική τέχνημα τεχνήματε τεχνήματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τέχνημα < τεχνῶμαι < τέχνη < τίκτω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τέχνημα ουδέτερο

  1. καθετί που γίνεται με τέχνη
  2. έργο τέχνης
  3. δόλος, πανουργία, τέχνασμα
  4. επινόηση, εφεύρεση

Συνώνυμα[επεξεργασία]