πάνοπλος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πάνοπλος < αρχαία ελληνική πάνοπλος

Επίθετο[επεξεργασία]

πάνοπλος, -η, -ο

  1. πολύ καλά οπλισμένος, εφοδιασμένος με όλα τα όπλα που απαιτούνται

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πάνοπλος < → λείπει η ετυμολογία

Επίθετο[επεξεργασία]

πάνοπλος

  1. που έχει όλο τον οπλισμό του