κοιλιακός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική κοιλιακός κοιλιακή κοιλιακό
γενική κοιλιακού κοιλιακής κοιλιακού
αιτιατική κοιλιακό κοιλιακή κοιλιακό
κλητική κοιλιακέ κοιλιακή κοιλιακό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κοιλιακοί κοιλιακές κοιλιακά
γενική κοιλιακών κοιλιακών κοιλιακών
αιτιατική κοιλιακούς κοιλιακές κοιλιακά
κλητική κοιλιακοί κοιλιακές κοιλιακά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κοιλιακός < κοιλία + -ικός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

κοιλιακός

  1. ο σχετικός με την κοιλιά

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]