Μετάβαση στο περιεχόμενο

have to

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας have to
γ΄ ενικό ενεστώτα has to
αόριστος had to
παθητική μετοχή had to
ενεργητική μετοχή having to

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
have to <  δείτε τις λέξεις have και to

have to (en) (βοηθητικό ρήμα)

  1. πρέπει να, χρειάζεται να, είμαι υποχρεωμένος να, χρησιμοποιείται για να δείξει ότι πρέπει να κάνω κάτι
    παράδειγμα  You have to go to bed right now.
    Πρέπει να πας αμέσως για ύπνο.
    παράδειγμα  How soon do I have to be there?
    Πόσο σύντομα πρέπει να είμαι εκεί;
    παράδειγμα  We had to leave early.
    Χρειάστηκε να φύγουμε νωρίς.
    παράδειγμα  I have to leave.
    Είμαι υποχρεωμένη να φύγω.
    παράδειγμα  He doesn’t have to go to the office today./He hasn't got to go to the office today.
    Δεν είναι υποχρεωμένος να πάει στο γραφείο σήμερα.
    παράδειγμα  He’s so rich that he doesn’t have to work.
    Είναι τόσο πλούσιος ώστε δεν είναι υποχρεωμένος να δουλεύει.
  2. πρέπει να, χρησιμοποιείται για να πει ότι κάτι πρέπει να είναι αληθινό ή πρέπει να συμβεί
    παράδειγμα  One has to be a fool not to understand that.
    Πρέπει να είναι κανείς βλάκας για να μην το καταλάβει.
    παράδειγμα  It has to be John.
    Πρέπει να είναι ο Γιάννης.
    παράδειγμα  The two of them have to have not known each other before.
    Δεν πρέπει να γνωρίζονταν οι δυο τους προηγουμένως.
    παράδειγμα  Someone has to have seen us.
    Κάποιος πρέπει να μας είδε.

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συνώνυμα

[επεξεργασία]
  •  δείτε το ρήμα must