Μετάβαση στο περιεχόμενο

gotta

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
gotta: συναίρεση του have to

Συγχώνευση

[επεξεργασία]

gotta (en)

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]
  •  δείτε το ρήμα have to