αδικία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αδικία αδικίες
γενική αδικίας αδικιών
αιτιατική αδικία αδικίες
κλητική αδικία αδικίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αδικία < αρχαία ελληνική ἀδικία < ἄδικος < ἀ- στερητικό + δίκη

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /a.ðiˈcι.a/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

αδικία θηλυκό

  • πράξη που αντιβαίνει στην αίσθηση που έχει ο ομιλητής περί δικαίου
  • (ειδικότερα) πράξη που επιβαρύνει κάποιον περισσότερο ή ευνοεί κάποιον λιγότερο συγκριτικά με κάποιον άλλο και παραβιάζει τις αρχές της αξιοκρατίας ή της ισότητας

32πχ Μεταφράσεις[]