just

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

Επίρρημα[επεξεργασία]

just (en) (χωρίς παραθετικά)

  1. μόνο
    Just Paul saw the snake.
    Μόνο ο Παύλος είδε το φίδι (δηλ. κανείς άλλος).
    Just you can help me.
    Μόνο εσύ μπορείς να με βοηθήσεις.
    I don’t have a landline, just a cellphone.
    Δεν έχω σταθερό τηλέφωνο, μόνο κινητό.
     συνώνυμα: → δείτε τη λέξη solely
  2. απλώς, μόνο
    Let’s just say that I have my reasons.
    Ας πούμε απλώς ότι έχω τους λόγους μου.
    I just looked at it, I didn’t touch it.
    Εγώ μόνο που το κοίταξα, δεν τ' άγγιξα.
     συνώνυμα: → δείτε τη λέξη merely
  3. μια μικρή ποσότητα, δεν…παρά μόνο
    There was just a chance.
    Δεν ήταν παρά μόνο τύχη.
  4. ότι, χρησιμοποιείται για να πει ότι κάποιος έκανε κάτι ή κάτι συνέβη πολύ πρόσφατα
    He just returned.
    Ότι γύρισε.
    -”Where is your father?” -“He just left.”
    -«Πού είναι ο πατέρας σου;» -«Ότι έφυγε.»
  5. μόλις, πάνω που, ακριβώς, αυτή τη στιγμή
    I was just leaving.
    Επάνω που έφευγα.
    Just as I was setting the table…
    Πάνω που έστρωνα το τραπέζι…
    He found the time to come and worry her with questions, just when she was busy cooking dinner!
    Βρήκε την ώρα να έρθει και να την παιδεύει με ερωτήσεις, ακριβώς όταν ήταν απασχολημένη με το μαγείρεμα!
  6. (just about to) ότι ετοιμάζουν να, θα κάνω κάτι μόνο σε λίγες στιγμές από τώρα ή τότε
    I was just about to call you.
    Ότι ετοιμαζόμουν να σου τηλεφωνήσω.
  7. (just going to) ότι πήγαινα να, θα κάνω κάτι μόνο σε λίγες στιγμές από τώρα ή τότε
    I was just going to ask for it myself.
    Ότι πήγαινα να το ζητήσω εγώ.
  8. (με προστακτική) για, χρησιμοποιείται για να τραβήξει την προσοχή κάποιου, να δώσει άδεια κτλ.
    Just come here for a minute.
    Για έλα εδώ μια στιγμή.

Πηγές[επεξεργασία]