μετατρέπω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- μετατρέπω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μετατρέπω < μετα- + τρέπω (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική convertir[1])
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /me.taˈtɾe.po/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : με‐τα‐τρέ‐πω
Ρήμα
[επεξεργασία]μετατρέπω, αόρ.: μετέτρεψα, παθ.φωνή: μετατρέπομαι, π.αόρ.: μετατράπηκα
- αλλάζω κάτι σε κάτι άλλο, το μεταβάλλω
- ※ αποχώρησε από το κόμμα, καταγγέλοντας, με σχετική δήλωσή του, τον εκ Κρήτης πολιτικό για τη δημιουργία τεχνητής κρίσης ηγεσίας, προκειμένου να αποσιωπήσει τα μεγάλα προβλήματα της παράταξης και να μετατρέψει ένα κόμμα αρχών σε προσωποπαγές κόμμα. (Ιωάννης Βαρβιτσιώτης, Όπως τα έζησα (1981-1993), εκδ. Πατάκη, 2018)
Συγγενικά
[επεξεργασία]Κλίση
[επεξεργασία] Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | μετατρέπω | μετέτρεπα | θα μετατρέπω | να μετατρέπω | μετατρέποντας | |
| β' ενικ. | μετατρέπεις | μετέτρεπες | θα μετατρέπεις | να μετατρέπεις | μετάτρεπε | |
| γ' ενικ. | μετατρέπει | μετέτρεπε | θα μετατρέπει | να μετατρέπει | ||
| α' πληθ. | μετατρέπουμε | μετατρέπαμε | θα μετατρέπουμε | να μετατρέπουμε | ||
| β' πληθ. | μετατρέπετε | μετατρέπατε | θα μετατρέπετε | να μετατρέπετε | μετατρέπετε | |
| γ' πληθ. | μετατρέπουν(ε) | μετέτρεπαν μετατρέπαν(ε) |
θα μετατρέπουν(ε) | να μετατρέπουν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | μετέτρεψα | θα μετατρέψω | να μετατρέψω | μετατρέψει | ||
| β' ενικ. | μετέτρεψες | θα μετατρέψεις | να μετατρέψεις | μετάτρεψε | ||
| γ' ενικ. | μετέτρεψε | θα μετατρέψει | να μετατρέψει | |||
| α' πληθ. | μετατρέψαμε | θα μετατρέψουμε | να μετατρέψουμε | |||
| β' πληθ. | μετατρέψατε | θα μετατρέψετε | να μετατρέψετε | μετατρέψτε | ||
| γ' πληθ. | μετέτρεψαν μετατρέψαν(ε) |
θα μετατρέψουν(ε) | να μετατρέψουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω μετατρέψει | είχα μετατρέψει | θα έχω μετατρέψει | να έχω μετατρέψει | ||
| β' ενικ. | έχεις μετατρέψει | είχες μετατρέψει | θα έχεις μετατρέψει | να έχεις μετατρέψει | ||
| γ' ενικ. | έχει μετατρέψει | είχε μετατρέψει | θα έχει μετατρέψει | να έχει μετατρέψει | ||
| α' πληθ. | έχουμε μετατρέψει | είχαμε μετατρέψει | θα έχουμε μετατρέψει | να έχουμε μετατρέψει | ||
| β' πληθ. | έχετε μετατρέψει | είχατε μετατρέψει | θα έχετε μετατρέψει | να έχετε μετατρέψει | ||
| γ' πληθ. | έχουν μετατρέψει | είχαν μετατρέψει | θα έχουν μετατρέψει | να έχουν μετατρέψει |
| |
Παθητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | μετατρέπομαι | μετατρεπόμουν(α) | θα μετατρέπομαι | να μετατρέπομαι | ||
| β' ενικ. | μετατρέπεσαι | μετατρεπόσουν(α) | θα μετατρέπεσαι | να μετατρέπεσαι | ||
| γ' ενικ. | μετατρέπεται | μετατρεπόταν(ε) | θα μετατρέπεται | να μετατρέπεται | ||
| α' πληθ. | μετατρεπόμαστε | μετατρεπόμαστε μετατρεπόμασταν |
θα μετατρεπόμαστε | να μετατρεπόμαστε | ||
| β' πληθ. | μετατρέπεστε | μετατρεπόσαστε μετατρεπόσασταν |
θα μετατρέπεστε | να μετατρέπεστε | μετατρέπεστε | |
| γ' πληθ. | μετατρέπονται | μετατρέπονταν μετατρεπόντουσαν |
θα μετατρέπονται | να μετατρέπονται | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | μετατράπηκα | θα μετατραπώ | να μετατραπώ | μετατραπεί | ||
| β' ενικ. | μετατράπηκες | θα μετατραπείς | να μετατραπείς | μετατρέψου | ||
| γ' ενικ. | μετατράπηκε | θα μετατραπεί | να μετατραπεί | |||
| α' πληθ. | μετατραπήκαμε | θα μετατραπούμε | να μετατραπούμε | |||
| β' πληθ. | μετατραπήκατε | θα μετατραπείτε | να μετατραπείτε | μετατραπείτε | ||
| γ' πληθ. | μετατράπηκαν μετατραπήκαν(ε) |
θα μετατραπούν(ε) | να μετατραπούν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | έχω μετατραπεί | είχα μετατραπεί | θα έχω μετατραπεί | να έχω μετατραπεί | ||
| β' ενικ. | έχεις μετατραπεί | είχες μετατραπεί | θα έχεις μετατραπεί | να έχεις μετατραπεί | ||
| γ' ενικ. | έχει μετατραπεί | είχε μετατραπεί | θα έχει μετατραπεί | να έχει μετατραπεί | ||
| α' πληθ. | έχουμε μετατραπεί | είχαμε μετατραπεί | θα έχουμε μετατραπεί | να έχουμε μετατραπεί | ||
| β' πληθ. | έχετε μετατραπεί | είχατε μετατραπεί | θα έχετε μετατραπεί | να έχετε μετατραπεί | ||
| γ' πληθ. | έχουν μετατραπεί | είχαν μετατραπεί | θα έχουν μετατραπεί | να έχουν μετατραπεί | ||
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ μετατρέπω - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]μετατρέπω
Πηγές
[επεξεργασία]- μετατρέπω - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- μετατρέπω - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα μετα- (νέα ελληνικά)
- Σημασιολογικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ρήματα (νέα ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ρήματα χωρίς μετοχή παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα μετα- (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ρήματα (αρχαία ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Ζητούμενα λήμματα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)