πτῶμα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : πτώμα

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πτῶμα < Από το θέμα πτω- του ρ. πίπτω, παρακείμενος πέπτωκα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυικός Πληθυντικός
Ονομαστική πτῶμα πτώματε πτώματα
Γενική πτώματος πτωμάτοιν πτωμάτων
Δοτική πτώματι πτωμάτοιν πτώμασι
Αιτιατική πτῶμα πτώματε πτώματα
Κλητική πτῶμα πτώματε πτώματα

πτῶμα ουδέτερο

  1. η πτώση
  2. (μεταφορικά) η συμφορά
  3. οτιδήποτε έχει πέσει κάτω
    1. σὠμα πεσμένο κάτω, σώμα νεκρού, πτώμα
    2. (για κτίσματα) ερείπιο
    3. για πεσμένα δέντρα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]