πτῶμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: πτώμα

Αρχαία ελληνικά (grc)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τὸ πτῶμᾰ τὰ πτώμᾰτ
      γενική τοῦ πτώμᾰτος τῶν πτωμᾰ́των
      δοτική τῷ πτώμᾰτ τοῖς πτώμᾰσῐ(ν)
    αιτιατική τὸ πτῶμᾰ τὰ πτώμᾰτ
     κλητική ! πτῶμᾰ πτώμᾰτ
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  πτώμᾰτε
γεν-δοτ τοῖν  πτωμᾰ́τοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'κτῆμα' όπως «κτῆμα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πτῶμα, ήδη τον 6ο/5ο αιώνα στον Αισχύλο < θέμα πτω- μεταπτωτική βαθμίδα για την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *peth₂- (πετάω) + -μα [1] Δείτε και πίπτω, πτῶσις.

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτῶμα ουδέτερο

  1. η πτώση
  2. (μεταφορικά) η συμφορά
  3. οτιδήποτε έχει πέσει κάτω
    1. σὠμα πεσμένο κάτω, σώμα νεκρού, πτώμα
    2. (για κτίσματα) ερείπιο
    3. για πεσμένα δέντρα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

→ και δείτε τις λέξεις πτῶσις και πίπτω

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. 

Πηγές[επεξεργασία]