προσπίπτω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

προσπίπτω < αρχαία ελληνική προσπίπτω

Ρήμα[επεξεργασία]

προσπίπτω (χωρις παθητικό τύπο)

  • ρίχνω την υπόληψή μου, καταπίνω την υπερηφάνειά μου για να παρακαλέσω κάποιον, πέφτω πιο χαμηλά από αυτόν ιεραρχικά ή και κυριολεκτικά, γονατίζοντας μπροστά του (συνήθως ομως μεταφορικά και όχι κυριολεκτικά)

Κλίση[επεξεργασία]

  • ενεστ. προσπίπτω, παρατ. προσέπιπτα, μέλλ. στ. και εξακ. θα προσπέσω, θα προσπέφτω και θα προσπίπτω, αόριστος προσέπεσα , παρακ. έχω προσπέσει, μετοχή προσπέφτοντας, προσπίπτοντας

Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Αρχαία ελληνικά (grc)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

προσπίπτω < πρός και πίπτω

Ρήμα[επεξεργασία]

προσπίπτω ( & προσπίτνω)

  1. πέφτω με λαχτάρα πάνω σε κάποιον, από αγάπη
    ἔπειτα μέλλεις προσπίτνειν τοῖς φιλτάτοις; (και διστάζεις να πέσεις στην αγκαλιά του αγαπημένου σου;)
  2. πέφτω πάνω σε άλλα απανωτά
    πολλὰ μὲν γὰρ ἐκ χερῶν πέτροισιν ἠράσσοντο, τοξικῆς τ᾽ ἄπο θώμιγγος ἰοὶ προσπίτνοντές ὤλλυσαν (συχνά τους χτυπούσαν με πέτρες που πετούσαν με τα χέρια και με βέλη που συνέχιζαν να πέφτουν επάνω τους και βλάπτοντάς τους)
    μάταν μόχθος ἔρρει τέκνων, μάταν ἄρα γένος φίλιον ἔτεκες, ὦ κυανεᾶν λιποῦσα Συμπληγάδων πετρᾶν ἀξενωτάταν ἐσβολάν. Δειλαία, τί σοι φρενοβαρὴς χόλος προσπίτνει καὶ ζαμενὴς <φόνου> φόνος ἀμείβεται; (μάταια μεγάλωσες τα παιδιά σου, μάταια γέννησες τα αγαπημένα σου παιδιά, εσύ που άφησες πίσω σου το βαθυγάλανο εχθρικο πέρασμα που χτυπιώνται οι Συμπληγάδες. Δυστυχισμένη, γιατί τόση πικρία πέφτει επάνω σου και βαραινει το μυαλο σου και το ένα άγριο έγκλημα φέρνει το άλλο; Ευρ. Μήδεια, 1261)
  3. πέφτω πάνω σε κάποιον, συνήθως στα γόνατά του, αλλά και στα δικά μου, για να τον παρακαλέσω
    προσπίτνω σε γόνασι,
    γονυπετεῖς ἕδρας προσπίπτω
    προσπίτνω σε μὴ θανεῖν (σε ικετεύω να ζήσω)