οργωμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική οργωμένος οργωμένη οργωμένο
γενική οργωμένου οργωμένης οργωμένου
αιτιατική οργωμένο οργωμένη οργωμένο
κλητική οργωμένε οργωμένη οργωμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική οργωμένοι οργωμένες οργωμένα
γενική οργωμένων οργωμένων οργωμένων
αιτιατική οργωμένους οργωμένες οργωμένα
κλητική οργωμένοι οργωμένες οργωμένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

οργωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος οργώνω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

οργωμένος, -η, -ο

  1. που έχει οργωθεί.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]