ἐνεργός
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| → γένη | αρσενικό & θηλυκό | ουδέτερο | ||||
| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ/ἡ | ἐνεργός | τὸ | ἐνεργόν | ||
| γενική | τοῦ/τῆς | ἐνεργοῦ | τοῦ | ἐνεργοῦ | ||
| δοτική | τῷ/τῇ | ἐνεργῷ | τῷ | ἐνεργῷ | ||
| αιτιατική | τὸν/τὴν | ἐνεργόν | τὸ | ἐνεργόν | ||
| κλητική ὦ! | ἐνεργέ | ἐνεργόν | ||||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| ονομαστική | οἱ/αἱ | ἐνεργοί | τὰ | ἐνεργᾰ́ | ||
| γενική | τῶν | ἐνεργῶν | τῶν | ἐνεργῶν | ||
| δοτική | τοῖς/ταῖς | ἐνεργοῖς | τοῖς | ἐνεργοῖς | ||
| αιτιατική | τοὺς/τὰς | ἐνεργούς | τὰ | ἐνεργᾰ́ | ||
| κλητική ὦ! | ἐνεργοί | ἐνεργᾰ́ | ||||
| δυϊκός | ||||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | ἐνεργώ | τὼ | ἐνεργώ | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | ἐνεργοῖν | τοῖν | ἐνεργοῖν | ||
| 2η κλίση, Κατηγορία 'βοηθός' όπως «βοηθός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]ἐνεργός, -ός, -όν, συγκριτικός : ἐνεργότερος, υπερθετικός : ἐνεργότατος
- ενεργός, απασχολημένος, δραστήριος
- ικανός, αποτελεσματικός
- (για έδαφος) εύφορος, γόνιμος
Παράγωγα
[επεξεργασία]- ἐνεργῶς (επίρρημα)
Εκφράσεις
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]→ και δείτε τη λέξη ἔργον
Πηγές
[επεξεργασία]- ἐνεργός - Βασικό Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής - Αρχαία Ελληνική Γλώσσα και Γραμματεία - Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2006‑2008. greek‑language.gr
- ἐνεργός - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- ἐνεργός - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Επίθετα με κλίση 'βοηθός' (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα 2ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'βοηθός' (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις οξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα ἐν- (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Επίθετα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)