Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἐνεργός

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ενεργός

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική / ἐνεργός τὸ ἐνεργόν
      γενική τοῦ/τῆς ἐνεργοῦ τοῦ ἐνεργοῦ
      δοτική τῷ/τῇ ἐνεργ τῷ ἐνεργ
    αιτιατική τὸν/τὴν ἐνεργόν τὸ ἐνεργόν
     κλητική ! ἐνεργέ ἐνεργόν
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ ἐνεργοί τὰ ἐνεργᾰ́
      γενική τῶν ἐνεργῶν τῶν ἐνεργῶν
      δοτική τοῖς/ταῖς ἐνεργοῖς τοῖς ἐνεργοῖς
    αιτιατική τοὺς/τὰς ἐνεργούς τὰ ἐνεργᾰ́
     κλητική ! ἐνεργοί ἐνεργᾰ́
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ ἐνεργώ τὼ ἐνεργώ
      γεν-δοτ τοῖν ἐνεργοῖν τοῖν ἐνεργοῖν
2η κλίση, Κατηγορία 'βοηθός' όπως «βοηθός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἐνεργός < ἐν- + ἔργ(ον) + -ος

Επίθετο

[επεξεργασία]

ἐνεργός, -ός, -όν, συγκριτικός:  ἐνεργότερος, υπερθετικός:  ἐνεργότατος

  1. ενεργός, απασχολημένος, δραστήριος
  2. ικανός, αποτελεσματικός
  3. (για έδαφος) εύφορος, γόνιμος
     συνώνυμα: ἐνεργής
     αντώνυμα: ἀργός

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

 και δείτε τη λέξη ἔργον