εὑρίσκω
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- εὑρίσκω < *εὕρω, *εὑρέω + -σκω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *wreh₁- (βρίσκω)[1]. Συγγενή: παλαιά εκκλησιαστική σλαβονική обрѣсти (ομπρεστι, βρίσκω). Δείτε τις σημειώσεις για περισσότερα.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /heu̯.ɾí.skɔː/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : εὑ‐ρί‐σκω
Ρήμα
[επεξεργασία]εὑρίσκω
- βρίσκω
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 19 (τ. Ὀδυσσέως καὶ Πηνελόπης ὁμιλία. Νίπτρα.), στίχ. 157 (157-158)
- νῦν δ' οὔτ' ἐκφυγέειν δύναμαι γάμον οὔτε τιν' ἄλλην | μῆτιν ἔθ' εὑρίσκω
- Τώρα πια δεν μπορώ τον γάμο ν᾽ αποφύγω, μήτε και βρίσκω | τέχνασμα άλλο πονηρό
- Μετάφραση σε πεζό (2006): Δημήτρης Ν. Μαρωνίτης, @greek‑language.gr
- νῦν δ' οὔτ' ἐκφυγέειν δύναμαι γάμον οὔτε τιν' ἄλλην | μῆτιν ἔθ' εὑρίσκω
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 19 (τ. Ὀδυσσέως καὶ Πηνελόπης ὁμιλία. Νίπτρα.), στίχ. 157 (157-158)
- συμβαίνω τυχαία
- ανακαλύπτω
- αποκτώ, φέρω
Συγγενικά
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]Κλίση
[επεξεργασία]Σημειώσεις
[επεξεργασία]- Ο τύπος εὑρίσκω μαρτυρείται μόνον άπαξ στον Όμηρο (Οδύσσεια τ.157) και ως εκ τούτου θεωρείται ότι σχηματίστηκε ύστερα από τα εὑρήσω (μέλλοντας) και εὑρεθῆναι (απαρέμφατο παθητικού αορίστου). Μια εξηγήση για τον σχηματισμό της ρίζας πιθανώς να εντοπισθεί στο απαρέμφατο αορίστου εὑρεῖν που εξηγείται ως θεματικός ριζικός σχηματισμός του ἐ-ϝρεῖν με με προθεματικό ἐ- από την ρίζα *wreh₁-[1].
Αναφορές
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- εὑρίσκω - Βασικό Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής - Αρχαία Ελληνική Γλώσσα και Γραμματεία - Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2006‑2008. greek‑language.gr
- εὑρίσκω - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- εὑρίσκω - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Λέξεις με επίθημα -σκω (αρχαία ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *wreh₁- (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ρήματα (αρχαία ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από την Οδύσσεια (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Χρειάζονται παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Ελλείπουσες κλίσεις (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)