Fähigkeit

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Fähigkeit < fähig + -keit

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική die Fähigkeit die Fähigkeiten
γενική der Fähigkeit der Fähigkeiten
δοτική der Fähigkeit den Fähigkeiten
αιτιατική die Fähigkeit die Fähigkeiten

Fähigkeit (de) θηλυκό

  1. ικανότητα
  2. ταλέντο
     συνώνυμα: Begabung