δραστικότητα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δραστικότητα δραστικότητες
γενική δραστικότητας δραστικοτήτων
αιτιατική δραστικότητα δραστικότητες
κλητική δραστικότητα δραστικότητες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δραστικότητα < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δραστικότητα θηλυκό

  1. το να έχει κάποια διαδικασία, επιλογή ή ενέργεια αποτέλεσμα

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]