Μετάβαση στο περιεχόμενο

plan

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
plan < (άμεσο δάνειο) γαλλική plan < λατινική planus

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /plæn/
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
plan plans

plan (en)

  1. το σχέδιο, κάτι που σκοπεύω να κάνω ή να πετύχω
    παράδειγμα  What are your plans for the summer?
    Ποια είναι τα σχέδια σου για το καλοκαίρι;
    παράδειγμα  I don’t have set plans.
    Δεν έχω καθορισμένα σχέδια.
    παράδειγμα  All his plans fell through.
    Όλα του τα σχέδια απότυχαν.
  2. το σχέδιο, ένα σύνολο πραγμάτων που πρέπει να κάνω για να πετύχω κάτι, ειδικά αυτό που έχει εξεταστεί εκ των προτέρων λεπτομερώς
    παράδειγμα  I must stay up tonight in order to finish these plans.
    Πρέπει να ξενυχτήσω απόψε για να τελειώσω αυτά τα σχέδια.
    παράδειγμα  Both sides agreed to a detailed plan for keeping the peace.
    Και οι δύο πλευρές συμφώνησαν σε ένα λεπτομερές σχέδιο για τη διατήρηση της ειρήνης.
  3. λεπτομερής χάρτης κτιρίου, πόλης κτλ.
    παράδειγμα  Do you have a plan of the museum?
    Έχετε χάρτη του μουσείου;
    παράδειγμα  We asked for a street plan of the city.
    Ζητήσαμε έναν χάρτη δρόμων της πόλης.
     συνώνυμα: map
  4. λεπτομερές σχέδιο μηχανής, κτιρίου κτλ. που δείχνει το μέγεθος, το σχήμα και τις διαστάσεις του
    παράδειγμα  Do you have a plan of the building?
    Έχετε σχέδιο του κτηρίου;
    παράδειγμα  Plans for our extension have been submitted for approval.
    Τα σχέδια για την επέκτασή μας έχουν υποβληθεί για έγκριση.
  5. (συνήθως στα σύνθετα) το πρόγραμμα, τρόπος να επενδύσω χρήματα για το μέλλον ή να αγοράσω ασφάλιση για κάτι
    παράδειγμα  The life insurance plan will provide substantial cash benefits to your family in case of your death.
    Το πρόγραμμα ασφάλισης ζωής θα παρέχει σημαντικές χρηματικές παροχές στην οικογένειά σας σε περίπτωση θανάτου σας.
ενεστώτας plan
γ΄ ενικό ενεστώτα plans
αόριστος planned
παθητική μετοχή planned
ενεργητική μετοχή planning

plan (en)

  1. (μεταβατικό και αμετάβατο) σχεδιάζω, προγραμματίζω, κάνω λεπτομερείς ρυθμίσεις για κάτι που θέλω να κάνω στο μέλλον
    παράδειγμα  We’re planning to buy a jeep.
    Σχεδιάζουμε ν' αγοράσουμε ένα τζιπ.
    παράδειγμα  our planned trip to Canada - η σχεδιαζόμενη επίσκεψή μας στον Καναδά
    παράδειγμα  The broadcast was planned for Sunday.
    Η εκπομπή ήταν προγραμματισμένη για την Κυριακή.
    παράδειγμα  Do you have anything planned for tomorrow?/Have you planned anything for tomorrow?
    Έχετε προγραμματήσει τίποτα γι' αύριο;
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη organize
  2. (μεταβατικό και αμετάβατο) σχεδιάζω, σκοπεύω ή περιμένω να κάνω κάτι
    παράδειγμα  I plan on starting early.
    Σχεδιάζω/Σκοπεύω να ξεκινήσω νωρίς.
    παράδειγμα  I will give my employer notice that I plan on leaving.
    Θα ειδοποιήσω τον εργοδότη μου ότι σκοπεύω να φύγω.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη intend
  3. (μεταβατικό) σχεδιάζω, κάνω ένα σχέδιο για κάτι
    παράδειγμα  I am planning a new city.
    Σχεδιάζω μια νέα πόλη.
     συνώνυμα: design

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
plan plans

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
plan < ... < λατινική planus
ΑΠΟΓΟΝΟΙ: νέα ελληνικά: πλάνο

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /plɑ̃/ (un plan /œ̃ plɑ̃/)
τυπογραφικός συλλαβισμός: plan

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

plan (fr) αρσενικό

  1. ο χάρτης
     συνώνυμα: carte, charte
  2. το σχέδιο, o σχεδιασμός
  3. (γεωμετρία) το επίπεδο



Πολωνικά (pl)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

plan (pl)αρσενικό

Συγγενικά

[επεξεργασία]