πυγμαίος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πυγμαίος πυγμαίοι
γενική πυγμαίου πυγμαίων
αιτιατική πυγμαίο πυγμαίους
κλητική πυγμαίε πυγμαίοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

πυγμαίος < αρχαία ελληνική πυγμαῖος < πυγμή

Open book 01.svg Επίθετο[]

πυγμαίος

  1. μέλος αφρικανικής φυλής της οποίας οι ενήλικοι δεν ξεπερνούν σε ύψος το 1,5 μέτρο
    πυγμαία δάση
  2. πολύ κοντός άνθρωπος
    ο τύπος είναι κοντός σαν πυγμαίος


32πχ Μεταφράσεις[]