πυγμή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η πυγμή οι πυγμές
      γενική της πυγμής των πυγμών
    αιτιατική την πυγμή τις πυγμές
     κλητική πυγμή πυγμές
Κατηγορία όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πυγμή < αρχαία ελληνική πυγμή

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πυγμή θηλυκό

  1. το χέρι όταν είναι κλειστό, με όλα τα δάχτυλα προς τα μέσα
     συνώνυμα: γροθιά, μπουνιά
  2. (μεταφορικά) η ισχυρή, αποφασιστική προσωπικότητα

Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Αρχαία ελληνικά (grc)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η πυγμή οι πυγμές
      γενική της πυγμής των πυγμών
    αιτιατική την πυγμή τις πυγμές
     κλητική πυγμή πυγμές
Κατηγορία όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πυγμή < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *puǵnos. Συγγενές με το (λατινικά) pugnus, (λιθουανικά) pušìs, (αγγλοσαξονικά) fyst (αγγλικά fist), (αρχαία ελληνικά) πύξ και πεύκη

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πυγμή θηλυκό

  1. γροθιά
  2. πυγμαχία
  3. μέτρο μήκους: από τον αγκώνα μέχρι εκεί που αρχίζουν τα δάχτυλα του χεριού (~35 εκ.)