πυγμή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πυγμή πυγμές
γενική πυγμής πυγμών
αιτιατική πυγμή πυγμές
κλητική πυγμή πυγμές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πυγμή < αρχαία ελληνική πυγμή

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πυγμή θηλυκό

  1. το χέρι όταν είναι κλειστό, με όλα τα δάχτυλα προς τα μέσα
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: γροθιά, μπουνιά
  2. (μεταφορικά) η ισχυρή, αποφασιστική προσωπικότητα

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πυγμή πυγμές
γενική πυγμής πυγμών
αιτιατική πυγμή πυγμές
κλητική πυγμή πυγμές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πυγμή < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *puǵnos. Συγγενές με το (λατινικά) pugnus, (λιθουανικά) pušìs, (αγγλοσαξονικά) fyst (αγγλικά fist), (αρχαία ελληνικά) πύξ και πεύκη

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πυγμή θηλυκό

  1. γροθιά
  2. πυγμαχία
  3. μέτρο μήκους: από τον αγκώνα μέχρι εκεί που αρχίζουν τα δάχτυλα του χεριού (~35 εκ.)