corto

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ισπανικά (es) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

corto (es)

  • κοντός, αντικείμενο με μικρό μήκος



Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

corto 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

corto (it)

  • κοντός, αντικείμενο με μικρό μήκος