μικράτα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | τα | μικράτα | ||
| γενική | των | μικράτων | ||
| αιτιατική | τα | μικράτα | ||
| κλητική | μικράτα | |||
| Κατηγορία όπως «πεύκο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]μικράτα ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό
- η παιδική ηλικία
- ※ Σε ζήλευα που από τα μικράτα σου ζούσες ξεκάθαρες καταστάσεις. (⌘ Διδώ Σωτηρίου, Εντολή, [μυθιστόρημα], 1976)
- ※ Έτσι φινίρισα να μπαρκάρω σ' ευτούνο δω το πλεούμενο και ν' αρμενίζω μέρα μπαίνει μέρα βγαίνει για τη φαμόζα Πόλη, τη μυριοτραγουδισμένη, που τσι επαίνους για τσι εμορφιές και τα πλούτια τση ακούμε τζα από τα μικράτα μας (Διονύσιος Ρώμας, 1906-1961. «Το ρεμπελιό των ποπολάρων» στις τριλογίες Περίπλους @books.google)
- ≈ συνώνυμα: παιδικάτα
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] μικράτα
|
|
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ μικράτα - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πεύκο' χωρίς ενικό (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά χωρίς ενικό (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -άτα (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)