νιάτα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση πληθυντικός
ονομαστική νιάτα
γενική νιάτων
αιτιατική νιάτα
κλητική νιάτα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

νιάτα < μεσαιωνική ελληνική τα νεάτα < τα νεότα < αρχαία ελληνική νεότης

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈɲa.ta/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

νιάτα ουδέτερο μόνο στον πληθυντικό

  1. η νεότητα, η χρονική περίοδος της ζωής ενός ανθρώπου κατά την οποία αυτός είναι νέος
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: νεότητα
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: γεράματα
    θυμάμαι τα νιάτα μου
  2. συλλογικά οι νέοι άνθρωποι
    τόπο στα νιάτα!

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή ουσιαστικού[επεξεργασία]

νιάτα