inch
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| inch | inches |
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]inch (en)
- (μονάδα μέτρησης μήκους) μία ίντσα (2,54 εκατοστά)
- (μεταφορικά) μια πολύ μικρή απόσταση
| ενικός | πληθυντικός |
| inch | inches |
inch (en)