duim

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ολλανδικά (nl) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

duim 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

duim (nl) αρσενικό

  1. ο αντίχειρας
  2. η ίντσα