χειρισμός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χειρισμός χειρισμοί
γενική χειρισμού χειρισμών
αιτιατική χειρισμό χειρισμούς
κλητική χειρισμέ χειρισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χειρισμός < αρχαία ελληνική χειρισμός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χειρισμός αρσενικό

  1. η ενέργεια του χειρίζομαι
  2. (ειδικότερα) ο χειρισμός (1) σε μία συγκεκριμένη στιγμή
  3. (μεταφορικά) ο τρόπος που χρησιμοποιούμε για να οργανώσουμε ή να διευθύνουμε ένα γεγονός, μια υπόθεση


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χειρισμός < χειρίζω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χειρισμός αρσενικό

  1. ενέργεια με τα χέρια
  2. (συνεκδοχικά) η εγχείρηση