χειρισμός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- χειρισμός < αρχαία ελληνική χειρισμός
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]χειρισμός αρσενικό
- η ενέργεια του χειρίζομαι
- (ειδικότερα) ο χειρισμός (1) σε μία συγκεκριμένη στιγμή
- (μεταφορικά) ο τρόπος που χρησιμοποιούμε για να οργανώσουμε ή να διευθύνουμε ένα γεγονός, μια υπόθεση
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] χειρισμός
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- χειρισμός < χειρίζω
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]χειρισμός αρσενικό
- ενέργεια με τα χέρια
- (συνεκδοχικά) η εγχείρηση
Πηγές
[επεξεργασία]- χειρισμός - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.