ανάθεμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ἀνάθεμα

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ανάθεμα αναθέματα
γενική αναθέματος αναθεμάτων
αιτιατική ανάθεμα αναθέματα
κλητική ανάθεμα αναθέματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανάθεμα < ελληνιστική κοινή ἀνάθεμα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ανάθεμα ουδέτερο

  1. η κατάρα
  2. ο αφορισμός εντός της εκκλησιαστικής κοινωνίας
  3. (παρωχημένο) σωρός από πέτρες που έριχναν οι διαβάτες, σε τόπο εγκλήματος, λέγοντας "ανάθεμα" (αφιέρωμα)
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: αναθεματούρι

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]