affaire

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ενικός πληθυντικός
affaire affaires

affaire (fr) θηλυκό

  1. η υπόθεση, η δουλειά
    c'est une affaire compliquée - πρόκειται για μια πολύπλοκη υπόθεση
  2. πράγμα, κάτι που ανήκει σε κάποιον
    ramasse tes affaires - μάζεψε τα πράγματά σου

Εκφράσεις[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]