πράμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πράμα πράματα
γενική πράματος πραμάτων
αιτιατική πράμα πράματα
κλητική πράμα πράματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πράμα < → δείτε τη λέξη: πράγμα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πράμα ουδέτερο

  1. άλλη μορφή του πράγμα
  2. (κρητική διάλεκτος) τίποτα
  3. (οικείο) γεννητικά όργανα (κυρίως γυναικείο)
  4. (οικείο) γεγονότα, δουλειές
  5. (αργκό) ναρκωτικά

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • για να δώσουμε έμφαση στην ηλικία ή και το φύλο:

παιδί/κορίτσι πράμα

  • για να δώσουμε έμφαση γενικά:

Πήρε ένα αμάξι, άλλο πράμα...

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • στην κρητική διάλεκτο χρησιμοποιείται μόνο στην έκφραση "κατέ'ω πράμα" και μόνο στην ονομαστική του ενικού. Προέρχεται δε από την μετάφραση της τουρκικής λέξης şey που σημαίνει πράγμα και χρησιμοποιείται με την ίδια ακριβώς σημασία.
  • μόνο στον πληθυντικό όταν εννοούμε δουλειές ή γεγονότα:

λίγα πράματα ακόμα & τελειώνω

έγιναν πράματα & θάματα (θαύματα)

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]