ναρκωτικά

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ναρκωτικά < ναρκωτικός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ναρκωτικά ουδέτερο μόνο στον πληθυντικό

  1. χημικές ουσίες που καταναλώνονται από τον άνθρωπο για αναψυκτικούς ή ιατρικούς λόγους, που προκαλούν σωματική ή/και ψυχολογική εξάρτηση και των οποίων χρειάζεται όλο και μεγαλύτερη δόση για τα ίδια αποτελέσματα


Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[επεξεργασία]

ναρκωτικά

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]