εξάρτηση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: εξάρτιση, εξάρτυση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η εξάρτηση οι εξαρτήσεις
      γενική της εξάρτησης
& εξαρτήσεως
των εξαρτήσεων
    αιτιατική την εξάρτηση τις εξαρτήσεις
     κλητική εξάρτηση εξαρτήσεις
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

εξάρτηση < αρχαία ελληνική ἐξάρτησις < ἐξαρτῶ

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εξάρτηση θηλυκό

  1. κρέμασμα
    το σημείο εξάρτησης ενός εκκρεμούς
  2. η κατάσταση κατά την οποία είσαι εξαρτημένος από κάποιον ή κάτι για την ικανοποίηση των αναγκών σου.
    η εξάρτηση του παιδιού από τη μητέρα του
    η εξάρτηση της οικονομίας από το πετρέλαιο
  3. υποταγή σε κάποιον ισχυρότερο
    το κόμμα μας αντιστέκεται στην εξάρτηση της χώρας
  4. εθισμός
    η εξάρτηση από τη νικοτίνη
  5. (συντακτικό) ιεραρχική σχέση μεταξύ συντακτικών όρων.
    η εξάρτηση της δευτερεύουσας πρότασης από την κύρια πρόταση"

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]