dépendance

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

< dépendre

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

dépendance (fr) θηλυκό

  1. σύνδεση, εξάρτηση
    il semble y avoir une dépendance entre ces deux éléments φαίνεται ότι υπάρχει κάποια σύνδεση/εξάρτηση ανάμεσα σε αυτά τα δύο στοιχεία
  2. εθισμός, εξάρτηση
    dépendance physique et psychique à la morphine : φυσιολογική και ψυχολογική εξάρτηση από τη μορφίνη
  3. εξάρτηση από κάποιον, υποταγή σε κάποιον
    être dans/sous la dépendance de quelqu'un : εξαρτώμαι/είμαι εξαρτημένος από κάποιον
  4. (για κτίρια) θηλυκό μόνο στον πληθυντικό βοηθητικοί, προσκείμενοι χώροι
    les dépendances' de l'hôtel οι βοηθητικοί χώροι του ξενοδοχείου

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

σύνδεση, εξάρτηση

εθισμός, εξάρτηση

εξάρτηση από κάποιον

βοηθητικοί προσκείμενοι χώροι

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[]